Ζέστη είχε και σήμερα. Nομίζω είχε πάντα ζέστη. Το τελευτάιο διάστημα μου φαίνεται σα να έζησα μια ζωή ξανά από την αρχή μέσα στη ζέστη. Μέσα σε μια ραστώνη με τον ήλιο να καίει τα μιλίγγια μου και τις φλέβες μου να χτυπάνε συνεχώς. Μια βαβούρα από τζτζικια ζάλιζε το κεφάλι μου και δεν μου άφηνε να σκεφτώ πέρα από τις βασικές μου ανάγκες. Και όμως ο κόσμος που είχα μάθει να ζω άλλαξε. Χωρίς εγώ να είμαι μέσα σε αυτόν. Η ζέστη με είχε σε μια καταστολή, ραθυμία, αποδοχή. Ο ιδρώτας φαινόταν σαν μια διέξοδος. Αν φύσαγε με δρόσιζε λίγο. Μα για πολύ λίγο. Και ξανά ένιωθα να μην μου φτάνει ο αέρας μα ούτε και την ανάγκη να πάρω βαθιά ανάσα, τόσο βαθιά ώστε να ενεργοποιήσω και την τελευταία κυψελίδα μέσα στον πνεύμονα μου μέχρι ο πνεύμονας να σπάσει. Ή να σηκωθώ και να ψάξω για αέρα. Και έτσι απλά ο καιρός περνούσε, σα να περνούσε μια ζωή. Γνώριμη, προβλέψιμη και αξιοθρήνητη χωρίς δράση, χωρίς διάθεση για δράση. Οχι δεν ήταν ρουτίνα. Η ρουτίνα απαιτεί κινητοποίηση για το ίδιο. Αυτό που περιγράφω δεν ήταν απλώς ίδιο. Ηταν τίποτα. Απλά ζέστη. Και όπως ένιωθα τη ζέστη να μου καίει το κεφάλι μου δεν αποδέχτηκα το τίποτα μα δεν μπορούσα να σηκώσω το βαρύ μου κεφάλι . Και έτσι απλά αποδέχτηκα την ροή. Είπα αφού το τίποτα δεν μου κάνει, και τα υπόλοιπα ρέουν θα τα κοιτάω. Μέσα στη ζέστη δεν έχω τι άλλο να κάνω, ας τα κοιτάξω.
Ξάπλωσα στα γρασίδια και έγειρα το κεφάλι μου πίσω να το ανακουφίσω από την βαρύτητα του. Ένιωθα τον χρόνο στις φλέβες μου να τρέχει να πάει πάλι πίσω από κει που ξεκίνησε να ανανεωθει και να ξαναγυρίσει. Και σκέφτηκα ότι θα λυπόμουν τον εαυτό μου αν ήμουν απ’έξω. Από την άλλη δεν με ένοιαζε και τόσο.
Και έτσι άναψα έναν ακόμα θάνατο , για να κάνω λίγο κακό στον εαυτό μου μήπως έτσι οι σκέψεις με άφηναν ή τις μετέτρεπα σε τύψεις για να τις κουμαντάρω καλύτερα.Και το κεφάλι έγινε ακόμα πιο βαρύ.Όλα αυτά που με μέστωναν στα χρόνια αυτά για να με βγάλουν από το σφιχταγκαλιασμένο μπουμπούκι της παιδικής μου αθωότητας παραμέρισαν σαν ταλαίπωροι γραφιάδες δημοσίου .Έμειναν τα σημαντικά σαν πολέμαρχοι βετεράνοι σκληροτράχηλοι με βλέμα βλοσυρό και ύφος ουδέτερο και ταυτόχρονα συμπονετικό κάτω από τα μισόκλειστα μάτια.
Φοβήθηκα πως αυτό ήταν πια.Ανάμνηση πολέμου.Ή καλύτερα ανάμνηση ειρήνης.Χρυσή εποχή σαν του Περικλή.ο καθένας έχει μια τέτοια να περηφανεύεται για τον εαυτό του όπως ακριβώς κάνει και η ιστορία.Χρόνια αξιομνημόνευτα, για τα οποία κανείς επιτρέπεται να δακρύσει και να δείξει τα σημάδια της ψυχής του στο κορμί του.Χρόνια που σου επιτρέπουν αυτή τη στιγμή να σταθείς πιο πέρα και στην συντέλεια οποιουδήποτε κόσμου να τα αφήνεις να σε καταλαμβάνουν μέχρι το τελευταίο δευτερόλεπτο της συντέλειας.
Ανάμνηση ειρήνης λοιπόν;Μα δεν ξέρω σκέφτηκα.Ειναι τόσο υπαρκτό και μαζί φαυγαλέο όσο ο θάνατος που άναψα.
Όπως ακριβώς αυτά που νιώθει κανείς κάτω από το πετσί του.Αυτά είναι!Τόσο δυνατά που καθοδηγούν αυτό που βλέπεις και πιάνεις.Μα είναι αόρατα.Έτσι ένιωσα και πάλι βαρύς.Δεν μπορώ να τα ξέρω.Η μαργαρίτα που μάδησα με άφησε με την αμφιβολία και αυτή.Δηλαδή νομίζω είπε ψέμματα,αλλά δεν είμαι και σίγουρος.Και πάλι αμφιβολία.Όπως όλο αυτό τον καιρό.Δυσπιστος στις αμφιβολίες, πεισματάρης ενάντια στους άυλους οδηγητές.Που θα πάει ρε γαμώτο κάποιος θα τινάξει τα μυαλά της μαργαρίτας στον αέρα αντί να τη μαδάει και θα γίνει αυτό που θέλουμε εμείς…Αλήθεια αυτό τι είναι;