Ο σεβασμός στο χυδαίοΗ αποδοχή στο διαφορετικόΗ ανοσία του ξενιστήΗ ευγνωμοσύνη στο παράνομοΣτην αποτυχία του αποτυχημένουΣτην υγειά σας!
Πέμπτη 24 Νοεμβρίου 2011
Αύριο φεύγω. Αύριο φεύγω και ήθελα να σε χαιρετήσω. Αύριο φεύγω και δεν καταδέχτηκες, δεν σε κίνησαν οι μοίρες των χρόνων να με χαιρετήσεις. Δεν μου είπες να προσέχω. Δεν μου είπες να μαι δυνατός και να γυρίσω έτσι όπως έφυγα. Δεν μου είπες να γυρίσω. Με άφησες να φύγω σαν τον ξένο, σαν τον παράνομο εραστή που δεν θα έβλεπες ποτέ στην ζωή σου. Δεν με φίλησες, δεν μου έσταξες το δάκρυ που θα ναι φυλαχτό στην καρδιά, την αγκαλιά που θα με ζεστάνει στην σκοπιά. Δεν μου είπες να σε θυμάμαι τα βράδια, να σιγοτραγουδάω για σένα, να μιλάω για σένα. Δεν μου υποσχέθηκες να με θυμάσαι τα βράδια και να προσεύχεσαι για μένα. Αύριο φεύγω και δεν σε ένοιαξε, μα φεύγω κατατρεγμένος και τρομαγμένος πάλι. Φεύγω και δεν ήρθες καν για τη θυσία στους θεούς αυτών των χρόνων για ένα καλό ταξίδι, και φοβάμαι πλέον το ταξίδι, γιατί δεν μου πες να γυρίσω.
Τρίτη 22 Νοεμβρίου 2011
Παρασκευή 18 Νοεμβρίου 2011
Πόσο ακόμα να πιστεύεις στο παραμύθι, άντρα ονειροπόλε;
Άντρεψες με το παραμύθι σε μια πραγματικότητα οδυνηρή.
Κι ακόμα δεν έμαθες να μην πιστεύεις στο παραμύθι.
Καθώς η κλεψύδρα σου κυλάει βλέπεις την άμμο κ δεν την ακουμπάς.
Κάποιος διβάζει όπως πάντα, δίπλα στο τζάκι με τα ξύλα.
Κι εσύ ακόυς με την φωτιά να καθρεφτίζει στα μάτια σου.
Ακούς και ζεις .Ζεις για να ακούς.Μια ονειροφαντασία που ήθελες να πιστεύεις.
Αυτό που ήθελες να πιστέψεις.Γιατί ήταν ωραία αυτή που στο διάβαζε.
Και το πρόσωπο της ήταν γλυκό και καλοσυνάτο κι ειλικρινές.
Κι η φλόγα που έκαιγε στο τζάκι δεν έλεγε να σβήσει.
Και ό,τι έλεγε το πίστευες, έξω από κάθε τι πραγματικό και σκάρτο.
Σαν τη νεράιδα εκείνη που βλεπες στον ύπνο σου να τσαλαβουτάει τα νερά.
Και μετά η φλόγα έσβησε κ πήρες τα μάτια σου από πάνω της
Κι είδες γύρω πραγματικότητα οδυνηρή μέσα στο δωμάτιο
Και ξανάριξες τα μάτια πάνω της να ακούσεις το παραμύθι
Μα σταμάτησε να μιλάει και δεν ήταν το ίδιο καλοσυνάτη κι αγαθή
Κι είδες τα θαλασσένια μάτια κλειστά να κοιτάνε σε άλλη κατεύθυνση
Και την είδες γυμνή και δεν ήταν νεράιδα, ήταν άρρωστη και χλωμή και κρύωνε
Στα πόδια ενός ακόμα ονειροβγάλτη ηθοποιό της οδυνηρής πραγματικότητας
Γυμνή με τα μάτια σου κλειστά, καθισμένος δίπλα από το σκοτεινό σβησμένο τζάκι σε είδα
Και δεν ήσουν η νεράιδα. Και δεν ήταν το παραμύθι έτσι, ήταν οδυνηρή πραγματικότητα…
Όχι δεν μπορεί να ήταν μια πραγματικότητα κι αυτό…..Και όμως….
Άντρεψες με το παραμύθι σε μια πραγματικότητα οδυνηρή.
Κι ακόμα δεν έμαθες να μην πιστεύεις στο παραμύθι.
Καθώς η κλεψύδρα σου κυλάει βλέπεις την άμμο κ δεν την ακουμπάς.
Κάποιος διβάζει όπως πάντα, δίπλα στο τζάκι με τα ξύλα.
Κι εσύ ακόυς με την φωτιά να καθρεφτίζει στα μάτια σου.
Ακούς και ζεις .Ζεις για να ακούς.Μια ονειροφαντασία που ήθελες να πιστεύεις.
Αυτό που ήθελες να πιστέψεις.Γιατί ήταν ωραία αυτή που στο διάβαζε.
Και το πρόσωπο της ήταν γλυκό και καλοσυνάτο κι ειλικρινές.
Κι η φλόγα που έκαιγε στο τζάκι δεν έλεγε να σβήσει.
Και ό,τι έλεγε το πίστευες, έξω από κάθε τι πραγματικό και σκάρτο.
Σαν τη νεράιδα εκείνη που βλεπες στον ύπνο σου να τσαλαβουτάει τα νερά.
Και μετά η φλόγα έσβησε κ πήρες τα μάτια σου από πάνω της
Κι είδες γύρω πραγματικότητα οδυνηρή μέσα στο δωμάτιο
Και ξανάριξες τα μάτια πάνω της να ακούσεις το παραμύθι
Μα σταμάτησε να μιλάει και δεν ήταν το ίδιο καλοσυνάτη κι αγαθή
Κι είδες τα θαλασσένια μάτια κλειστά να κοιτάνε σε άλλη κατεύθυνση
Και την είδες γυμνή και δεν ήταν νεράιδα, ήταν άρρωστη και χλωμή και κρύωνε
Στα πόδια ενός ακόμα ονειροβγάλτη ηθοποιό της οδυνηρής πραγματικότητας
Γυμνή με τα μάτια σου κλειστά, καθισμένος δίπλα από το σκοτεινό σβησμένο τζάκι σε είδα
Και δεν ήσουν η νεράιδα. Και δεν ήταν το παραμύθι έτσι, ήταν οδυνηρή πραγματικότητα…
Όχι δεν μπορεί να ήταν μια πραγματικότητα κι αυτό…..Και όμως….
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)