Ο σεβασμός στο χυδαίο
Η αποδοχή στο διαφορετικό
Η ανοσία του ξενιστή
Η ευγνωμοσύνη στο παράνομο
Στην αποτυχία του αποτυχημένου
Στην υγειά σας!

Πέμπτη 29 Αυγούστου 2013

Mου αρέσει να με αποκαλείς με το όνομα μου.
Πες το μου ξανά και ξανά με την φωνή σου, με το σώμα, με τα ακροδάχτυλα, με τα χείλη ψιθύρισε το στο δέρμα μου, ζωγράφισε το πάνω μου με τα νύχια σου και φώναξε το δυνατά.
Άσε με να το δω στην έκφραση του προσώπου σου.
Αναζήτησε με με το όνομα μου στο πλήθος.
Με τρελαίνει να με λες με το όνομα μου. Μου αρέσει η χροία της φωνής σου όταν το λες.
Όταν σου λείπω, όταν με αναζητάς, όταν σε εκνευρίζω, όταν με θες....

Τρίτη 27 Αυγούστου 2013

Κανείς δεν χώρεσε ποτέ εδώ,
κανείς δεν άντεξε παραπάνω,
ποτέ δεν ήταν πιο υποφερτό,
πιο ανυπόφορο ήταν.

Που πήγε πάλι;

Eπαναδιαπραγμάτευση και με σκέψη αυτή τη φορά. Μυαλό φοβισμένο μεν, αλλά σαν έτοιμο από πιο παλιά. Συνείδηση βαριά και συνειδητοποιημένη. Αντιμέτωπος με τα μέχρι τώρα αόρατα, εμπόδια που δεν έβλεπα και για αυτό δεν με εμπόδιζαν. Κρασί που πλέον με ζαλίζει και το καταλαβαίνω. Μια ρόδα τώρα γυρνάει πιο γρήγορα, βδομάδα με την βδομάδα, μέρα με την μέρα πια με τρέχει και το τιμόνι απαιτεί προσοχή. Όταν πας πιο γρήγορα έχεις λιγότερο χρόνο και τα κάνεις όλα πιο αργά. Αναλώνεσαι να κρατάς το τιμόνι, σκέφτεσαι λιγότερο, είσαι σε εκγρήγορση πλασματική. Τα αντανακλαστικά δουλεύουν, το μυαλό ατονεί, η ψυχή ξεχνιέται. Ανοίγω το παράθυρο όμως και ανάβω τσιγάρο και ο αέρας τρώει σιγά σιγά την καύτρα. Και όπως βλέπω πρόσωπα  να περνάν με ταχύτητα από το παράθυρο διακρίνω λιγότερα χαρακτηριστικά και αδυνατώ να τα συγκρατήσω... Κι αυτή η νεράιδα που πήγε πάλι; Τώρα πάλι βρήκε να με αφήσει;

Τετάρτη 7 Αυγούστου 2013

Ζέστη και τζιτζίκια ζαλίζουν το μυαλό μου σα να ξύπνησα ύστερα από γερό μεθύσι. Ακόμη ένα καλοκαίρι τα μελίγγια μου χτυπάνε μαζί με την καρδιά μου συγχρονισμένα δυνατά. Το στόμα μου συνεχώς το νιώθω στεγνό. Σαν κάτι να ψάχνει κάτω από τον ήλιο και το νερό δεν μου φτάνει να ξεδιψάσω. Μια ραστώνη έχει κυριεύσει το σώμα και το μυαλό ανήσυχο μεν όπως πάντα είναι βαρύ, μεθυσμένο ανίκανο να σύρει το κουρασμένο σώμα για να βρει τρόπο να ξεδιψάσει. Η κόπωση της χρονιάς που πέρασε έκανε το σώμα να αρνείται για πρώτη φορά στο κεφάλι, να μην υπακούει, να αντιδρά με αδιαφορία. Καλοκαίρι αποφόρτισης από το σώμα συναισθημάτων που εν αγνοία του το βάρυναν και ασυνείδητα κουβαλούσε κουράζοντας το όπως τον στρατιώτη κουράζει το όπλο του.
Μα ακόμη ένα καλοκαίρι μέσα στους ήχους των τζιτζικιών σε μεσημεριανά όνειρα και στην δροσιά της νύχτας σε μέρος με δέντρα μία νεράιδα εμφανίζεται να με σύρει από τη μύτη....να κάνει τον χτύπο πιο γρήγορο, πιο ασυγχρόνιστο με περισσότερη πλάκα. Φυσικά τσαλαβουτάει στα νερά στην παραλία και παίζει και γελάει και με αποκαλεί με το όνομα μου. Όταν δεν μπορω να κοιμηθώ παίρνω μια ανάσα και έρχεται να ακουμπήσει τα χείλη μου για να μου ψιθυρίσει κάτι.
Ο αλήτης σταμάτησε τις παρανομίες για να κάτσει στα σκαλοπάτια της πολυκατοικίας να ξεκουραστεί και τον πήρε ο ύπνος, ο ίδιος που έκανε το κεφάλι μου βαρύ και τα μελίγγια να χτυπάνε, και περιμένοντας την παρανομία στο αύριο ξεχάστηκε από την ζέστη στο σήμερα...