Ο σεβασμός στο χυδαίο
Η αποδοχή στο διαφορετικό
Η ανοσία του ξενιστή
Η ευγνωμοσύνη στο παράνομο
Στην αποτυχία του αποτυχημένου
Στην υγειά σας!

Κυριακή 30 Οκτωβρίου 2011

Τελευταία ακούς όλο θλιμμένα τραγούδια ψυχή μου.
Δεν σε γνωρίζω πια.
Ψυχή μου με άφησες μόνο στις κρύες μέρες.
Μην το παίρνεις κατάκαρδα ψυχή μου.
Κάνε κουράγιο καρδιά μου.
Από μίλια μακριά σου ψιθυρίζω ακόμα ψυχή μου.
Μην σπας καρδιά μου.
Τα φτερά σου άνοιξε στο κενό ψυχή μου και πέταξε
Πάνω από τα χρόνια σου που βουτάς με ελεύθερη πτώση.
Κράτα καρδιά μου.
Δώσε μου λίγη ακόμα από την πηγαία σου δύναμη.
Κάνε κουράγιο καρδιά μου...

Γι΄ αυτά τα μάτια σου θα ξαναρθώ...

Κλείσε τα μάτια σου
να φύγω να χαθώ.
Γι΄ αυτά τα μάτια σου
θα ξαναρθώ.

Γι΄ αυτά τα μάτια σου
πεθαίνω, ξεψυχώ
κλείσε τα μάτια σου
ν΄ αναστηθώ
Στίχοι: Νίκος Πορτοκάλογλου

Γιατί ο έρωτας είναι ένας αλήτης με καλή καρδιά και ωραίο γούστο!(2)

Ξεκινώντας με παραδοχή σαν αξίωμα γεωμετρίας:Όλα είναι μέρος του όλου.
Ο έρωτας των εραστών είναι έργο μονόπρακτο.Ίδιος ο σκηνοθέτης, ίδιος κι ο θεατής.
Νύχτες μελλούμενες που αιμορραγούν στο χτες στου άδειου θεάτρου τη σκηνή.
Νυχτιές που θυμίζουν έρωτα, στο μονού μου κρεββατιού την σκηνή.
Νύχτες χειμώνα που ζέσταιναν την σάρκα μου από την σάρκα σου.
Νύχτες με θέα τον Βαρδάρη που αγκάλιαζε τον έρωτα μας.
Έρωτας αλήτης, τυχοδιώκτης, ταξιδιώτης. Ευαίσθητος. Άντρας που έμεινε παιδί.
Σαν τα μάτια μου εκείνη τη νύχτα που έβρεχε.
Μάτια στραμμένα προς την πόλη από το κρησφύγετο του έρωτα,του αλήτη που καπνίζει στα σκαλοπάτια της πολυκατοικίας
του αυτόχειρα, που κρύβει τα μάτια εκείνα της βροχής κάτω από τον σηκωμένο γιακά του.
Έρωτα αλήτη, θα ρθει νύχτα πάλι...

Παρασκευή 28 Οκτωβρίου 2011

Θυμάσαι;




Λέξεις στην σειρά, από σκέψεις άναρχες και συναισθήματα μετέωρα.

Θάνατος αθάνατος, θάνατος μοιραίος σε άμοιρη ζωή.

Θάνατος ιππότης, ταξιδευτής πότης, άνεμος απάνεμος.

Σιωπή. Θυμάσαι που έλεγες, δεν θα μ' άφηνες ποτέ;

Και βέβαια θυμάσαι. Άνεμος αδίστακτος, φουτουριστής.

Άνεμος θάνατος αθάνατος, μοιραίος, παραμυθάς.

Πηγαίος, αληθής, μα ξανά παραμυθιάρης. Άνεμος ονειροβγάλτης.

Συναίσθηματα στη σειρά από λέξεις άναρχες χωρίς σκέψεις.

Τετάρτη 26 Οκτωβρίου 2011

Τα χείλη μου έτρεμαν όπως τις στιγμές που φιλούσα μια ερωτευμένη γυναίκα, στιγμές αιώνιες και ζεστές. Σαν πυρακτωμένο σίδερο. Σε αγκαλιά τρεμάμενη, σεισμός για να χαλάσει ο κόσμος και να χτιστεί ξανά από την αρχή. Κόκκινη φλόγα στα αθώα μάτια της, γυναίκα όμορφη πλανεύτρα. Και ο πόνος έγινε φωτιά, και η φωτιά στάχτες που τις πήρε ο αέρας και σκόρπισε έτσι την αγκαλιά που έκανε σεισμό. Και έμεινε το σώμα να βαριανασαίνει γρήγορα μετά από γρήγορους γύρους σε έναν στίβο ασφυκτικά γεμάτο. Ο πνεύμονας μου δεν άντεχε άλλο οξυγόνο, μα στο σώμα δεν έφτανε και έτσι ένιωθα το οξυγόνο που χρειαζόμουνα να με καίει από μέσα και να προσπαθεί να σκάσει τις κυψελίδες μου.
Τα χείλη μου ακόμη έτρεμαν. Και τα ακροδάχτυλα μου ακόμα νιώθουνε το αίμα στις φλέβες να κυλάει και όπου ακουμπάω πια νιώθω ακόμα εκείνο το ζεστό ερωτευμένο κορμί σου.

Έξω στον δρόμο αλυχτάει ο χειμώνας μαζί με τον Βαρδάρη σαν τους μοναχικούς τα βράδια αιχμής στους δρόμους γύρω από τα ξενυχτάδικα. Ξημερώματα ήρεμης μέρας στην πόλη των φεγγαριών. Κάθησα στην στάση με μια σταγόνα να κυλάει από τα μάτια μου σαν θυσία για τον παγωμένο αέρα. Ο θόρυβος της μηχανής έσπασε τον κρύσταλλο της σκέψης μου και το αφηρημένο βλέμμα μου έσυρε το κορμί μου στα σκαλοπάτια ενός λεωφορείου λάφυρου της γρήγορης ζωής της πόλης που ξαποσταίνει. Κοίταξα τις φάτσες των επιβατών με άλλοθι ένα γρήγορο βλέμμα αναζήτησης θέσης. Πρόσωπα χλωμά με μάτια χαμένα έξω στον δρόμο να κοιτάνε προς τα μέσα το λεωφορείο να κινειται σε ένα τελευταίο δρομολόγιο. Κι ένα βλέμμα... να μου θυμίζει κάτι... Το χρώμα σου μου θυμίζει καλοκαίρι, ουρανό, θάλασσα. Σε έχω παρομοιάσει πολλές φορές, σε έχω φέρει στην σκέψη μου. Με θυμάσαι; Μα σίγουρα με θυμάσαι. Τα ήρεμα βράδια δεν σε άφηνα μόνη. Κοιμόμουν μαζί σου στο μονό κρεββάτι μας για να ξυπνήσουμε τις καλημέρες. Ένιωθα το αίμα στις φλέβες σου να κυλάει με τα ακροδάχτυλα μου και ένιωθα τα κύτταρα του κορμιού μου να πάλλονται σε ένα ντόμινο ζωής μέχρι βαθιά στην σπηλιά της ψυχής μου. Ναι θυμάμαι τα μάτια σου δυο πηγάδια χωρίς τέλος με νερό έτοιμο να ξεχειλίσει και να με παρασύρει σε άβυσσους βαθιές,μαγευτικές μακριά από την στεριά που φτιάξανε... ή να με πνίξει ερήμην μου.
Το θυμήθηκα αυτό το βλέμμα και αντανακλαστικά παραπάτησα πίσω για να μην μπω στην κρυσταλλωμένη εικόνα της σκέψης σου. Ποιος ξέρει σε ποια άβυσσο ταξίδευε πάλι. Σε άφησα να ζωγραφίζεις σχέδια με τα λεπτά δάχτυλα σου και τα βαμμένα νύχια σου πάνω στο υγρό τζάμι του λεωφορείου και πήγα και κάθησα μπροστά να βλέπω τον κόσμο να τρώει τα σωθικά του σε έναν χειμώνα που αλυχτάει.

Τρίτη 18 Οκτωβρίου 2011

Bροχή σαν σκέψεις
σαν σε σταγόνα σε ποτήρι
Όνειρα,σταγόνες στον ορίζοντα
Αμόλυντες μου μέρες
Ζωή μου παραμύθι.

">

Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2011

Δική μου η παρηγοριά
Δικός μου και ο πόνος
Δικιά μου η κακοκαιριά
Δικός μου και ο χρόνος.

Δάκρυα οι σκέψεις μου
στο μυαλό εικόνες
ασπρόμαυρες λέξεις μου
της βροχής σταγόνες.

Ανόητο ζωής παραμύθι
ανόητες αγάπες
του ονείρου είκονες λήθη
άψυχες αυταπάτες.

">

Σάββατο 15 Οκτωβρίου 2011

Ξυπνάω και κοιμάμαι κι όλο παρακαλώ κι εσύ να με θυμάσαι.
Τα βράδια ξαγρυπνάω και σε νοσταλγώ κι εσύ κοιμάσαι.

">

Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2011

Και μετά την μουσική έγινε σιωπή. Μετά την βραδινή καταιγίδα το φεγγάρι έσβησε στο βρεγμένο χώμα το τσιγάρο του και ξάπλωσε στην θάλασσα, αφήνοντας λίγη μπογιά πριν χαιρετήσει. Γύρισα πάλι πλάτη στο μπαλκόνι και σαν τον ακροβάτη στο τεντωμένο σχοινί παραπατούσα πάνω στα χρόνια μέχρι το κρεββάτι μου. Κάθε βήμα ήταν ενσαρκωτής των αλλαγών αυτών που μεγάλωσαν και πότισαν το δέντρο αυτό που έκρυψε με τα φύλλα του τη θέα στο μπαλκόνι μου. Με το ένστικτο όπως πάντα να ταξιδεύει τα βήματα μου περπάτησα τον διάδρομο με τον ρυθμό από την λάμπα φθορίου που τρεμόπαιζε στην μέση του. Έφτασα στις τουαλέτες στην άκρη του διαδρόμου και άνοιξα τη βρύση. Δεν ξέρω πόση ώρα την έβλεπα να τρέχει προτού ακουμπήσω το δάχτυλο μου στο νερό και αισθανθώ την κίνηση και νιώσω τη ζωή σαν το μικρόβιο που πολλαπλασιάζεται για να μας φάει από μέσα. Όπως το νερό που έτρεχε, με ακουμπούσε και έφευγε. Με τις επιθυμίες αδυσώπητες να κυνηγάνε το νερό στην αέναη κίνηση του μαζί με τον κόσμο που κυνηγάει την ουρά του. Όλα τόσο μάταια και τόσο σπουδαία σε μια ονειροφαντασία ζωής, πραγματικότητας περίεργης...ή μάλλον σε μία σταγόνα νερού που φεύγει από την βρύση. Έκλεισα την βρύση και ακολούθησα το τεντωμένο σκοινί πάλι πίσω προς την κλεψύδρα της νιότης μου, που αυτά τα χρόνια φύλαγε την άμμο μου. Και είδα την άκρη του σχοινιού φαγωμένη και το παρακαλούσα να μην σπάσει και με αφήσει να πέσω και φύγω μακρία από την κλεψύδρα χωρίς έστω να βάλω την άμμο στην τσέπη μου. Όμως δεν καθορίζεις εσύ τα όνειρα σου όταν το φεγγάρι αφήσει την μπογιά του στη θάλασσα και χαθεί. Μα πως να γράψω λέξεις πάνω στην θάλασσα που μόλις έχασε την μπογιά από το φεγγάρι της; Πως να βγω όταν γίνω μια σταγόνα της που χύθηκε μέσα της από την αποχέτευση κάποιας ανοιγμένης βρύσης;

">

Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2011

Της ψυχής μου η βαθύτερη αγάπη

Νύχτα πέπλο της θάλασσας
σκέπασε την μορφή της
από τα μάτια μου κρύψε την βροχή.

Θάλασσα μάτια μου
φουρτούνες στα νερά σου
σε ερημονήσι έμεινα να κοιτάω.

Σταγόνες της βροχής στο τζάμι
κυλάνε στα μάτια πέρα ως πέρα
σε βράδια ήρεμα μόνος κοιτάω.

Μάτια μου θάλασσα
και πως να την ξεχάσω
της ψυχής μου την βαθύτερη αγάπη.


">
Αγαπητό μου ημερολόγιο....
Να που μείναμε μόνοι.Εγώ γράφω σε σένα και εσύ με διαβάζεις όπως έκανες από την αρχή για να μου θυμίζεις μετά ότι δικαιολογίες για αυτά που έγιναν δεν υπάρχουν.Ο,τι έγινε και καταγράφηκε δικαιολογείται μόνο για την πράξη.Εξάλλου κανείς δεν μπορεί να δικαιολογήσει τον εαυτό του και δεν μπορεί να κρίνει τον άλλον.Δεν προσπάθησα να κρίνω τους άλλους αγαπητό μου ημερολόγιο, και ούτε προσπάθησα να δικαιολογήσω τον εαυτό μου θεωρώ.Αν το έκανα εσύ ήσουν εδώ μεγαλύτερος μου κριτής, η ροή των πραγμάτων. Αυτή αγαπητό μου ημερολόγιο μπορούσε μαζί σου να με κρίνει. Και φυσικά ήρθε, όπως συνήθως γίνεται, η ώρα της κρίσης. Και σε αυτή την ώρα κανείς δεν περιμένει να ναι μόνος του με τον κριτή, όμως στο τέλος αυτό γίνεται. Και έμεινα μόνος μου αγαπημένο μου ημερολόγιο μαζί σου για να με κρίνεις όσο πιο βάναυσα μπορείς για όλα αυτά που μου πρόσφερες και εγώ σαν ανατάλαγμα στα έγραφα πίσω. Και για όλα αυτά που δεν έγραψα και μένουν λέξεις και προτάσεις στο μυαλό και χάρτης μέσα στην καρδιά και δεν πρόλαβαν να καταγραφούν στο ημερολόγιο.
Συνήθως έτσι γίνεται..Οταν έρθει η ώρα της κρίσης τότε θυμάσαι πως έχεις και άλλα μέσα στην καρδιά και το μυαλό και πως έχεις και άλλα χρεωμένα να ζήσεις..Ομως δεν είναι δική σου η απόφαση.Δεν αποφασίζεις για τις φουρτούνες της θάλασσας και πότε αυτές θα βυθίσουν το πλοίο και τον καπετάνιο.Πάντα ξέρει ο καπετάνιος πως η θάλασσα μπορεί να τον πνίξει μα δεν μπορεί παρά να την ακολουθήσει μέχρι εκεί που εκείνη του επιτρέπει. Αυτή είναι η μοίρα του. Αυτός και ο εγωισμός του.
Το σήμα της αγάπης πάνω σε ένα πακέτο τσιγάρα μου ζωγράφισες ημερολόγιο. Και τα κάπνισα μέχρι το τελευταίο και μου μεινε το πακέτο με τη ζωγραφιά σου πάνω για να με κοροιδεύεις όταν θα ρθω να σου γράψω πάλι. Πάντα διασκεδάζεις να με κοροιδεύεις. Μα εθίστηκα στο πακέτο αυτό και αναζητάω τα τσιγάρα του άφιλτρα.Όμως η θάλασσα αποφασίζει πότε θα πάρει τον ναυτικό...