Έξω στον δρόμο αλυχτάει ο χειμώνας μαζί με τον Βαρδάρη σαν τους μοναχικούς τα βράδια αιχμής στους δρόμους γύρω από τα ξενυχτάδικα. Ξημερώματα ήρεμης μέρας στην πόλη των φεγγαριών. Κάθησα στην στάση με μια σταγόνα να κυλάει από τα μάτια μου σαν θυσία για τον παγωμένο αέρα. Ο θόρυβος της μηχανής έσπασε τον κρύσταλλο της σκέψης μου και το αφηρημένο βλέμμα μου έσυρε το κορμί μου στα σκαλοπάτια ενός λεωφορείου λάφυρου της γρήγορης ζωής της πόλης που ξαποσταίνει. Κοίταξα τις φάτσες των επιβατών με άλλοθι ένα γρήγορο βλέμμα αναζήτησης θέσης. Πρόσωπα χλωμά με μάτια χαμένα έξω στον δρόμο να κοιτάνε προς τα μέσα το λεωφορείο να κινειται σε ένα τελευταίο δρομολόγιο. Κι ένα βλέμμα... να μου θυμίζει κάτι... Το χρώμα σου μου θυμίζει καλοκαίρι, ουρανό, θάλασσα. Σε έχω παρομοιάσει πολλές φορές, σε έχω φέρει στην σκέψη μου. Με θυμάσαι; Μα σίγουρα με θυμάσαι. Τα ήρεμα βράδια δεν σε άφηνα μόνη. Κοιμόμουν μαζί σου στο μονό κρεββάτι μας για να ξυπνήσουμε τις καλημέρες. Ένιωθα το αίμα στις φλέβες σου να κυλάει με τα ακροδάχτυλα μου και ένιωθα τα κύτταρα του κορμιού μου να πάλλονται σε ένα ντόμινο ζωής μέχρι βαθιά στην σπηλιά της ψυχής μου. Ναι θυμάμαι τα μάτια σου δυο πηγάδια χωρίς τέλος με νερό έτοιμο να ξεχειλίσει και να με παρασύρει σε άβυσσους βαθιές,μαγευτικές μακριά από την στεριά που φτιάξανε... ή να με πνίξει ερήμην μου.
Το θυμήθηκα αυτό το βλέμμα και αντανακλαστικά παραπάτησα πίσω για να μην μπω στην κρυσταλλωμένη εικόνα της σκέψης σου. Ποιος ξέρει σε ποια άβυσσο ταξίδευε πάλι. Σε άφησα να ζωγραφίζεις σχέδια με τα λεπτά δάχτυλα σου και τα βαμμένα νύχια σου πάνω στο υγρό τζάμι του λεωφορείου και πήγα και κάθησα μπροστά να βλέπω τον κόσμο να τρώει τα σωθικά του σε έναν χειμώνα που αλυχτάει.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου