Ο σεβασμός στο χυδαίο
Η αποδοχή στο διαφορετικό
Η ανοσία του ξενιστή
Η ευγνωμοσύνη στο παράνομο
Στην αποτυχία του αποτυχημένου
Στην υγειά σας!

Σάββατο 31 Δεκεμβρίου 2011

Ποτέ δεν με ξεχνούσες νεράιδα στα όνειρα μου.Πως έγινε και χθες δεν ήρθες;Πως έγινε νεράιδα και με ξέχασες εμένα που ποτέ δεν ξεχνούσες και που- που και που με πλήγωνες;Το παραδέχτηκες και μόνη σου πως και άλλες φορές με ξεχνούσες μα πάντα σου έδινα το δίκιο.Πάντα ερχόσουνα στα όνειρα μου.Στο ραντεβού σου ήσουν πάντα εκεί και με περίμενες.Δεν με άφησες μόνο στην σκοπιά γιατί ήσουν ακόμα στα μάτια μου από τον ύπνο, ακόμα μύριζα το άρωμα σου από τα όνειρα μου.Και με συντρόφευες για να μην νιώθω μόνος.Και μου το πες αυτό που εγώ δεν έβλεπα γιατί τα όνξειρα μου δεν με απατούν θεωρούσα, πως με ξέχασες νεράιδα.Πως δεν ερχόσουν κάποιες φορές γιατί με ξεχνούσες και σε άλλα όνειρα από λάθος πήγαινες.Μα είσαι νεράιδα εσύ, ξέρεις καλύτερα πως να με προστατέψεις και στο ραβδί σου αφέθηκα για μια ονειροφαντασία ή για μια μια πραγματικότητα ονειρική...

Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2011

Από ένα νησί του Αιγαίου στα σύνορα σας φιλώ φίλοι μου και άνθρωποι που ζήσαμε μαζί..
Σε φιλώ γλυκά και ζεστά αγαπημένη μου από την σκονισμένη μου κουκέτα στον 2ο θάλαμο πριν κοιμηθώ και με πάρει ύπνος για να ξεχάσω τον χρόνο που περνάει και σε θυμίζει. Ξυπνάω στην αναφορά όταν βλέπω και πάλι τα μάτια σου στην πόλη του κρύου ανέμου. Όταν αναφέρω το όνομα σου στο τσιγάρο που καπνίζω για να μου κάνει λίγο ακόμα κακό και σαν ένα προσφυγάκι πεπρπατάω τον δρόμο από το στρατόπεδο μέχρι την χώρα για να σε βρω στον δρόμο, στην θάλασσα που σου μοιάζει τόσο πολύ ακόμα και τώρα που είναι αγριεμένη..Μα οι σκονισμένες κουβέρτες μου μυρίζουν το άρωμα σου και με παίρνει γλυκά ο ύπνος σα να κοιμόσουνα δίπλα μου και να με πρόσεχες, σα να σουνα δίπλα μου και να σε πρόσεχα από ό,τι κακό, ό,τι σε πληγώνει, ό,τι δεν σου αξίζει...Είμαι μακρυά νεράιδα και δεν σε προστατεύω, δεν μπορώ συγχώρεσε με...Μόνο στην σκοπιά φυλάω για σένα αυτό που έχω χρέος να φυλάξω, και για σένα υπηρετώ τα βράδια...Και στα όνειρα σου ακόμα έρχομαι να σε φιλήσω σαν αεράκι που δροσίζει το τα χείλια σου..

Πέμπτη 24 Νοεμβρίου 2011

Αύριο φεύγω. Αύριο φεύγω και ήθελα να σε χαιρετήσω. Αύριο φεύγω και δεν καταδέχτηκες, δεν σε κίνησαν οι μοίρες των χρόνων να με χαιρετήσεις. Δεν μου είπες να προσέχω. Δεν μου είπες να μαι δυνατός και να γυρίσω έτσι όπως έφυγα. Δεν μου είπες να γυρίσω. Με άφησες να φύγω σαν τον ξένο, σαν τον παράνομο εραστή που δεν θα έβλεπες ποτέ στην ζωή σου. Δεν με φίλησες, δεν μου έσταξες το δάκρυ που θα ναι φυλαχτό στην καρδιά, την αγκαλιά που θα με ζεστάνει στην σκοπιά. Δεν μου είπες να σε θυμάμαι τα βράδια, να σιγοτραγουδάω για σένα, να μιλάω για σένα. Δεν μου υποσχέθηκες να με θυμάσαι τα βράδια και να προσεύχεσαι για μένα. Αύριο φεύγω και δεν σε ένοιαξε, μα φεύγω κατατρεγμένος και τρομαγμένος πάλι. Φεύγω και δεν ήρθες καν για τη θυσία στους θεούς αυτών των χρόνων για ένα καλό ταξίδι, και φοβάμαι πλέον το ταξίδι, γιατί δεν μου πες να γυρίσω.

Τρίτη 22 Νοεμβρίου 2011

Παρασκευή 18 Νοεμβρίου 2011

Πόσο ακόμα να πιστεύεις στο παραμύθι, άντρα ονειροπόλε;
Άντρεψες με το παραμύθι σε μια πραγματικότητα οδυνηρή.
Κι ακόμα δεν έμαθες να μην πιστεύεις στο παραμύθι.
Καθώς η κλεψύδρα σου κυλάει βλέπεις την άμμο κ δεν την ακουμπάς.
Κάποιος διβάζει όπως πάντα, δίπλα στο τζάκι με τα ξύλα.
Κι εσύ ακόυς με την φωτιά να καθρεφτίζει στα μάτια σου.
Ακούς και ζεις .Ζεις για να ακούς.Μια ονειροφαντασία που ήθελες να πιστεύεις.
Αυτό που ήθελες να πιστέψεις.Γιατί ήταν ωραία αυτή που στο διάβαζε.
Και το πρόσωπο της ήταν γλυκό και καλοσυνάτο κι ειλικρινές.
Κι η φλόγα που έκαιγε στο τζάκι δεν έλεγε να σβήσει.
Και ό,τι έλεγε το πίστευες, έξω από κάθε τι πραγματικό και σκάρτο.
Σαν τη νεράιδα εκείνη που βλεπες στον ύπνο σου να τσαλαβουτάει τα νερά.
Και μετά η φλόγα έσβησε κ πήρες τα μάτια σου από πάνω της
Κι είδες γύρω πραγματικότητα οδυνηρή μέσα στο δωμάτιο
Και ξανάριξες τα μάτια πάνω της να ακούσεις το παραμύθι
Μα σταμάτησε να μιλάει και δεν ήταν το ίδιο καλοσυνάτη κι αγαθή
Κι είδες τα θαλασσένια μάτια κλειστά να κοιτάνε σε άλλη κατεύθυνση
Και την είδες γυμνή και δεν ήταν νεράιδα, ήταν άρρωστη και χλωμή και κρύωνε
Στα πόδια ενός ακόμα ονειροβγάλτη ηθοποιό της οδυνηρής πραγματικότητας
Γυμνή με τα μάτια σου κλειστά, καθισμένος δίπλα από το σκοτεινό σβησμένο τζάκι σε είδα
Και δεν ήσουν η νεράιδα. Και δεν ήταν το παραμύθι έτσι, ήταν οδυνηρή πραγματικότητα…
Όχι δεν μπορεί να ήταν μια πραγματικότητα κι αυτό…..Και όμως….

Κυριακή 30 Οκτωβρίου 2011

Τελευταία ακούς όλο θλιμμένα τραγούδια ψυχή μου.
Δεν σε γνωρίζω πια.
Ψυχή μου με άφησες μόνο στις κρύες μέρες.
Μην το παίρνεις κατάκαρδα ψυχή μου.
Κάνε κουράγιο καρδιά μου.
Από μίλια μακριά σου ψιθυρίζω ακόμα ψυχή μου.
Μην σπας καρδιά μου.
Τα φτερά σου άνοιξε στο κενό ψυχή μου και πέταξε
Πάνω από τα χρόνια σου που βουτάς με ελεύθερη πτώση.
Κράτα καρδιά μου.
Δώσε μου λίγη ακόμα από την πηγαία σου δύναμη.
Κάνε κουράγιο καρδιά μου...

Γι΄ αυτά τα μάτια σου θα ξαναρθώ...

Κλείσε τα μάτια σου
να φύγω να χαθώ.
Γι΄ αυτά τα μάτια σου
θα ξαναρθώ.

Γι΄ αυτά τα μάτια σου
πεθαίνω, ξεψυχώ
κλείσε τα μάτια σου
ν΄ αναστηθώ
Στίχοι: Νίκος Πορτοκάλογλου

Γιατί ο έρωτας είναι ένας αλήτης με καλή καρδιά και ωραίο γούστο!(2)

Ξεκινώντας με παραδοχή σαν αξίωμα γεωμετρίας:Όλα είναι μέρος του όλου.
Ο έρωτας των εραστών είναι έργο μονόπρακτο.Ίδιος ο σκηνοθέτης, ίδιος κι ο θεατής.
Νύχτες μελλούμενες που αιμορραγούν στο χτες στου άδειου θεάτρου τη σκηνή.
Νυχτιές που θυμίζουν έρωτα, στο μονού μου κρεββατιού την σκηνή.
Νύχτες χειμώνα που ζέσταιναν την σάρκα μου από την σάρκα σου.
Νύχτες με θέα τον Βαρδάρη που αγκάλιαζε τον έρωτα μας.
Έρωτας αλήτης, τυχοδιώκτης, ταξιδιώτης. Ευαίσθητος. Άντρας που έμεινε παιδί.
Σαν τα μάτια μου εκείνη τη νύχτα που έβρεχε.
Μάτια στραμμένα προς την πόλη από το κρησφύγετο του έρωτα,του αλήτη που καπνίζει στα σκαλοπάτια της πολυκατοικίας
του αυτόχειρα, που κρύβει τα μάτια εκείνα της βροχής κάτω από τον σηκωμένο γιακά του.
Έρωτα αλήτη, θα ρθει νύχτα πάλι...

Παρασκευή 28 Οκτωβρίου 2011

Θυμάσαι;




Λέξεις στην σειρά, από σκέψεις άναρχες και συναισθήματα μετέωρα.

Θάνατος αθάνατος, θάνατος μοιραίος σε άμοιρη ζωή.

Θάνατος ιππότης, ταξιδευτής πότης, άνεμος απάνεμος.

Σιωπή. Θυμάσαι που έλεγες, δεν θα μ' άφηνες ποτέ;

Και βέβαια θυμάσαι. Άνεμος αδίστακτος, φουτουριστής.

Άνεμος θάνατος αθάνατος, μοιραίος, παραμυθάς.

Πηγαίος, αληθής, μα ξανά παραμυθιάρης. Άνεμος ονειροβγάλτης.

Συναίσθηματα στη σειρά από λέξεις άναρχες χωρίς σκέψεις.

Τετάρτη 26 Οκτωβρίου 2011

Τα χείλη μου έτρεμαν όπως τις στιγμές που φιλούσα μια ερωτευμένη γυναίκα, στιγμές αιώνιες και ζεστές. Σαν πυρακτωμένο σίδερο. Σε αγκαλιά τρεμάμενη, σεισμός για να χαλάσει ο κόσμος και να χτιστεί ξανά από την αρχή. Κόκκινη φλόγα στα αθώα μάτια της, γυναίκα όμορφη πλανεύτρα. Και ο πόνος έγινε φωτιά, και η φωτιά στάχτες που τις πήρε ο αέρας και σκόρπισε έτσι την αγκαλιά που έκανε σεισμό. Και έμεινε το σώμα να βαριανασαίνει γρήγορα μετά από γρήγορους γύρους σε έναν στίβο ασφυκτικά γεμάτο. Ο πνεύμονας μου δεν άντεχε άλλο οξυγόνο, μα στο σώμα δεν έφτανε και έτσι ένιωθα το οξυγόνο που χρειαζόμουνα να με καίει από μέσα και να προσπαθεί να σκάσει τις κυψελίδες μου.
Τα χείλη μου ακόμη έτρεμαν. Και τα ακροδάχτυλα μου ακόμα νιώθουνε το αίμα στις φλέβες να κυλάει και όπου ακουμπάω πια νιώθω ακόμα εκείνο το ζεστό ερωτευμένο κορμί σου.

Έξω στον δρόμο αλυχτάει ο χειμώνας μαζί με τον Βαρδάρη σαν τους μοναχικούς τα βράδια αιχμής στους δρόμους γύρω από τα ξενυχτάδικα. Ξημερώματα ήρεμης μέρας στην πόλη των φεγγαριών. Κάθησα στην στάση με μια σταγόνα να κυλάει από τα μάτια μου σαν θυσία για τον παγωμένο αέρα. Ο θόρυβος της μηχανής έσπασε τον κρύσταλλο της σκέψης μου και το αφηρημένο βλέμμα μου έσυρε το κορμί μου στα σκαλοπάτια ενός λεωφορείου λάφυρου της γρήγορης ζωής της πόλης που ξαποσταίνει. Κοίταξα τις φάτσες των επιβατών με άλλοθι ένα γρήγορο βλέμμα αναζήτησης θέσης. Πρόσωπα χλωμά με μάτια χαμένα έξω στον δρόμο να κοιτάνε προς τα μέσα το λεωφορείο να κινειται σε ένα τελευταίο δρομολόγιο. Κι ένα βλέμμα... να μου θυμίζει κάτι... Το χρώμα σου μου θυμίζει καλοκαίρι, ουρανό, θάλασσα. Σε έχω παρομοιάσει πολλές φορές, σε έχω φέρει στην σκέψη μου. Με θυμάσαι; Μα σίγουρα με θυμάσαι. Τα ήρεμα βράδια δεν σε άφηνα μόνη. Κοιμόμουν μαζί σου στο μονό κρεββάτι μας για να ξυπνήσουμε τις καλημέρες. Ένιωθα το αίμα στις φλέβες σου να κυλάει με τα ακροδάχτυλα μου και ένιωθα τα κύτταρα του κορμιού μου να πάλλονται σε ένα ντόμινο ζωής μέχρι βαθιά στην σπηλιά της ψυχής μου. Ναι θυμάμαι τα μάτια σου δυο πηγάδια χωρίς τέλος με νερό έτοιμο να ξεχειλίσει και να με παρασύρει σε άβυσσους βαθιές,μαγευτικές μακριά από την στεριά που φτιάξανε... ή να με πνίξει ερήμην μου.
Το θυμήθηκα αυτό το βλέμμα και αντανακλαστικά παραπάτησα πίσω για να μην μπω στην κρυσταλλωμένη εικόνα της σκέψης σου. Ποιος ξέρει σε ποια άβυσσο ταξίδευε πάλι. Σε άφησα να ζωγραφίζεις σχέδια με τα λεπτά δάχτυλα σου και τα βαμμένα νύχια σου πάνω στο υγρό τζάμι του λεωφορείου και πήγα και κάθησα μπροστά να βλέπω τον κόσμο να τρώει τα σωθικά του σε έναν χειμώνα που αλυχτάει.

Τρίτη 18 Οκτωβρίου 2011

Bροχή σαν σκέψεις
σαν σε σταγόνα σε ποτήρι
Όνειρα,σταγόνες στον ορίζοντα
Αμόλυντες μου μέρες
Ζωή μου παραμύθι.

">

Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2011

Δική μου η παρηγοριά
Δικός μου και ο πόνος
Δικιά μου η κακοκαιριά
Δικός μου και ο χρόνος.

Δάκρυα οι σκέψεις μου
στο μυαλό εικόνες
ασπρόμαυρες λέξεις μου
της βροχής σταγόνες.

Ανόητο ζωής παραμύθι
ανόητες αγάπες
του ονείρου είκονες λήθη
άψυχες αυταπάτες.

">

Σάββατο 15 Οκτωβρίου 2011

Ξυπνάω και κοιμάμαι κι όλο παρακαλώ κι εσύ να με θυμάσαι.
Τα βράδια ξαγρυπνάω και σε νοσταλγώ κι εσύ κοιμάσαι.

">

Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2011

Και μετά την μουσική έγινε σιωπή. Μετά την βραδινή καταιγίδα το φεγγάρι έσβησε στο βρεγμένο χώμα το τσιγάρο του και ξάπλωσε στην θάλασσα, αφήνοντας λίγη μπογιά πριν χαιρετήσει. Γύρισα πάλι πλάτη στο μπαλκόνι και σαν τον ακροβάτη στο τεντωμένο σχοινί παραπατούσα πάνω στα χρόνια μέχρι το κρεββάτι μου. Κάθε βήμα ήταν ενσαρκωτής των αλλαγών αυτών που μεγάλωσαν και πότισαν το δέντρο αυτό που έκρυψε με τα φύλλα του τη θέα στο μπαλκόνι μου. Με το ένστικτο όπως πάντα να ταξιδεύει τα βήματα μου περπάτησα τον διάδρομο με τον ρυθμό από την λάμπα φθορίου που τρεμόπαιζε στην μέση του. Έφτασα στις τουαλέτες στην άκρη του διαδρόμου και άνοιξα τη βρύση. Δεν ξέρω πόση ώρα την έβλεπα να τρέχει προτού ακουμπήσω το δάχτυλο μου στο νερό και αισθανθώ την κίνηση και νιώσω τη ζωή σαν το μικρόβιο που πολλαπλασιάζεται για να μας φάει από μέσα. Όπως το νερό που έτρεχε, με ακουμπούσε και έφευγε. Με τις επιθυμίες αδυσώπητες να κυνηγάνε το νερό στην αέναη κίνηση του μαζί με τον κόσμο που κυνηγάει την ουρά του. Όλα τόσο μάταια και τόσο σπουδαία σε μια ονειροφαντασία ζωής, πραγματικότητας περίεργης...ή μάλλον σε μία σταγόνα νερού που φεύγει από την βρύση. Έκλεισα την βρύση και ακολούθησα το τεντωμένο σκοινί πάλι πίσω προς την κλεψύδρα της νιότης μου, που αυτά τα χρόνια φύλαγε την άμμο μου. Και είδα την άκρη του σχοινιού φαγωμένη και το παρακαλούσα να μην σπάσει και με αφήσει να πέσω και φύγω μακρία από την κλεψύδρα χωρίς έστω να βάλω την άμμο στην τσέπη μου. Όμως δεν καθορίζεις εσύ τα όνειρα σου όταν το φεγγάρι αφήσει την μπογιά του στη θάλασσα και χαθεί. Μα πως να γράψω λέξεις πάνω στην θάλασσα που μόλις έχασε την μπογιά από το φεγγάρι της; Πως να βγω όταν γίνω μια σταγόνα της που χύθηκε μέσα της από την αποχέτευση κάποιας ανοιγμένης βρύσης;

">

Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2011

Της ψυχής μου η βαθύτερη αγάπη

Νύχτα πέπλο της θάλασσας
σκέπασε την μορφή της
από τα μάτια μου κρύψε την βροχή.

Θάλασσα μάτια μου
φουρτούνες στα νερά σου
σε ερημονήσι έμεινα να κοιτάω.

Σταγόνες της βροχής στο τζάμι
κυλάνε στα μάτια πέρα ως πέρα
σε βράδια ήρεμα μόνος κοιτάω.

Μάτια μου θάλασσα
και πως να την ξεχάσω
της ψυχής μου την βαθύτερη αγάπη.


">
Αγαπητό μου ημερολόγιο....
Να που μείναμε μόνοι.Εγώ γράφω σε σένα και εσύ με διαβάζεις όπως έκανες από την αρχή για να μου θυμίζεις μετά ότι δικαιολογίες για αυτά που έγιναν δεν υπάρχουν.Ο,τι έγινε και καταγράφηκε δικαιολογείται μόνο για την πράξη.Εξάλλου κανείς δεν μπορεί να δικαιολογήσει τον εαυτό του και δεν μπορεί να κρίνει τον άλλον.Δεν προσπάθησα να κρίνω τους άλλους αγαπητό μου ημερολόγιο, και ούτε προσπάθησα να δικαιολογήσω τον εαυτό μου θεωρώ.Αν το έκανα εσύ ήσουν εδώ μεγαλύτερος μου κριτής, η ροή των πραγμάτων. Αυτή αγαπητό μου ημερολόγιο μπορούσε μαζί σου να με κρίνει. Και φυσικά ήρθε, όπως συνήθως γίνεται, η ώρα της κρίσης. Και σε αυτή την ώρα κανείς δεν περιμένει να ναι μόνος του με τον κριτή, όμως στο τέλος αυτό γίνεται. Και έμεινα μόνος μου αγαπημένο μου ημερολόγιο μαζί σου για να με κρίνεις όσο πιο βάναυσα μπορείς για όλα αυτά που μου πρόσφερες και εγώ σαν ανατάλαγμα στα έγραφα πίσω. Και για όλα αυτά που δεν έγραψα και μένουν λέξεις και προτάσεις στο μυαλό και χάρτης μέσα στην καρδιά και δεν πρόλαβαν να καταγραφούν στο ημερολόγιο.
Συνήθως έτσι γίνεται..Οταν έρθει η ώρα της κρίσης τότε θυμάσαι πως έχεις και άλλα μέσα στην καρδιά και το μυαλό και πως έχεις και άλλα χρεωμένα να ζήσεις..Ομως δεν είναι δική σου η απόφαση.Δεν αποφασίζεις για τις φουρτούνες της θάλασσας και πότε αυτές θα βυθίσουν το πλοίο και τον καπετάνιο.Πάντα ξέρει ο καπετάνιος πως η θάλασσα μπορεί να τον πνίξει μα δεν μπορεί παρά να την ακολουθήσει μέχρι εκεί που εκείνη του επιτρέπει. Αυτή είναι η μοίρα του. Αυτός και ο εγωισμός του.
Το σήμα της αγάπης πάνω σε ένα πακέτο τσιγάρα μου ζωγράφισες ημερολόγιο. Και τα κάπνισα μέχρι το τελευταίο και μου μεινε το πακέτο με τη ζωγραφιά σου πάνω για να με κοροιδεύεις όταν θα ρθω να σου γράψω πάλι. Πάντα διασκεδάζεις να με κοροιδεύεις. Μα εθίστηκα στο πακέτο αυτό και αναζητάω τα τσιγάρα του άφιλτρα.Όμως η θάλασσα αποφασίζει πότε θα πάρει τον ναυτικό...

Τετάρτη 21 Σεπτεμβρίου 2011

Ζέστη είχε και σήμερα. Nομίζω είχε πάντα ζέστη. Το τελευτάιο διάστημα μου φαίνεται σα να έζησα μια ζωή ξανά από την αρχή μέσα στη ζέστη. Μέσα σε μια ραστώνη με τον ήλιο να καίει τα μιλίγγια μου και τις φλέβες μου να χτυπάνε συνεχώς. Μια βαβούρα από τζτζικια ζάλιζε το κεφάλι μου και δεν μου άφηνε να σκεφτώ πέρα από τις βασικές μου ανάγκες. Και όμως ο κόσμος που είχα μάθει να ζω άλλαξε. Χωρίς εγώ να είμαι μέσα σε αυτόν. Η ζέστη με είχε σε μια καταστολή, ραθυμία, αποδοχή. Ο ιδρώτας φαινόταν σαν μια διέξοδος. Αν φύσαγε με δρόσιζε λίγο. Μα για πολύ λίγο. Και ξανά ένιωθα να μην μου φτάνει ο αέρας μα ούτε και την ανάγκη να πάρω βαθιά ανάσα, τόσο βαθιά ώστε να ενεργοποιήσω και την τελευταία κυψελίδα μέσα στον πνεύμονα μου μέχρι ο πνεύμονας να σπάσει. Ή να σηκωθώ και να ψάξω για αέρα. Και έτσι απλά ο καιρός περνούσε, σα να περνούσε μια ζωή. Γνώριμη, προβλέψιμη και αξιοθρήνητη χωρίς δράση, χωρίς διάθεση για δράση. Οχι δεν ήταν ρουτίνα. Η ρουτίνα απαιτεί κινητοποίηση για το ίδιο. Αυτό που περιγράφω δεν ήταν απλώς ίδιο. Ηταν τίποτα. Απλά ζέστη. Και όπως ένιωθα τη ζέστη να μου καίει το κεφάλι μου δεν αποδέχτηκα το τίποτα μα δεν μπορούσα να σηκώσω το βαρύ μου κεφάλι . Και έτσι απλά αποδέχτηκα την ροή. Είπα αφού το τίποτα δεν μου κάνει, και τα υπόλοιπα ρέουν θα τα κοιτάω. Μέσα στη ζέστη δεν έχω τι άλλο να κάνω, ας τα κοιτάξω.
Ξάπλωσα στα γρασίδια και έγειρα το κεφάλι μου πίσω να το ανακουφίσω από την βαρύτητα του. Ένιωθα τον χρόνο στις φλέβες μου να τρέχει να πάει πάλι πίσω από κει που ξεκίνησε να ανανεωθει και να ξαναγυρίσει. Και σκέφτηκα ότι θα λυπόμουν τον εαυτό μου αν ήμουν απ’έξω. Από την άλλη δεν με ένοιαζε και τόσο.
Και έτσι άναψα έναν ακόμα θάνατο , για να κάνω λίγο κακό στον εαυτό μου μήπως έτσι οι σκέψεις με άφηναν ή τις μετέτρεπα σε τύψεις για να τις κουμαντάρω καλύτερα.Και το κεφάλι έγινε ακόμα πιο βαρύ.Όλα αυτά που με μέστωναν στα χρόνια αυτά για να με βγάλουν από το σφιχταγκαλιασμένο μπουμπούκι της παιδικής μου αθωότητας παραμέρισαν σαν ταλαίπωροι γραφιάδες δημοσίου .Έμειναν τα σημαντικά σαν πολέμαρχοι βετεράνοι σκληροτράχηλοι με βλέμα βλοσυρό και ύφος ουδέτερο και ταυτόχρονα συμπονετικό κάτω από τα μισόκλειστα μάτια.
Φοβήθηκα πως αυτό ήταν πια.Ανάμνηση πολέμου.Ή καλύτερα ανάμνηση ειρήνης.Χρυσή εποχή σαν του Περικλή.ο καθένας έχει μια τέτοια να περηφανεύεται για τον εαυτό του όπως ακριβώς κάνει και η ιστορία.Χρόνια αξιομνημόνευτα, για τα οποία κανείς επιτρέπεται να δακρύσει και να δείξει τα σημάδια της ψυχής του στο κορμί του.Χρόνια που σου επιτρέπουν αυτή τη στιγμή να σταθείς πιο πέρα και στην συντέλεια οποιουδήποτε κόσμου να τα αφήνεις να σε καταλαμβάνουν μέχρι το τελευταίο δευτερόλεπτο της συντέλειας.
Ανάμνηση ειρήνης λοιπόν;Μα δεν ξέρω σκέφτηκα.Ειναι τόσο υπαρκτό και μαζί φαυγαλέο όσο ο θάνατος που άναψα.
Όπως ακριβώς αυτά που νιώθει κανείς κάτω από το πετσί του.Αυτά είναι!Τόσο δυνατά που καθοδηγούν αυτό που βλέπεις και πιάνεις.Μα είναι αόρατα.Έτσι ένιωσα και πάλι βαρύς.Δεν μπορώ να τα ξέρω.Η μαργαρίτα που μάδησα με άφησε με την αμφιβολία και αυτή.Δηλαδή νομίζω είπε ψέμματα,αλλά δεν είμαι και σίγουρος.Και πάλι αμφιβολία.Όπως όλο αυτό τον καιρό.Δυσπιστος στις αμφιβολίες, πεισματάρης ενάντια στους άυλους οδηγητές.Που θα πάει ρε γαμώτο κάποιος θα τινάξει τα μυαλά της μαργαρίτας στον αέρα αντί να τη μαδάει και θα γίνει αυτό που θέλουμε εμείς…Αλήθεια αυτό τι είναι;

Κυριακή 17 Απριλίου 2011

Φίδια στα μαλιά της, γυναίκα όμορφη πλανεύτρα.
Το βλέμμα μαγευτικό σε παρέσυρε σε ωκεανούς.
Αταξίδευτος καπετάνιος τι τις ήθελες τις Ινδίες;
Την θάλασσα κανείς δεν έμαθε και εσύ χαρούμενος,
τάχα τις Ινδίες βρήκές και Ινδιάνους τους ονόμασες.

Και όμως για αυτό υμνήθηκες, για την αποτυχία σου.
Μα ούτε οι Ινδίες έφταιγαν ούτε και ο ωκεανός.
Μην ευγνωμωνείς και μην κατηγορείς για αυτό που δεν ήξερες ποτέ.
Για αυτό που ποτέ δεν θα μάθαινες μην κλαις ξανά.
Αυτό που αποδέχεσαι είναι η μικρότητα σου, μέσα στο μεγαλείο.

Άντρα μικρέ και ασύμαντε σε κάνανε σημαντικό
οι αδυναμίες της ψυχής σου, για αυτά που δεν ήξερες.
Άντρα ασύμαντε που πήγες να ταξιδέψεις;
Καπετάνιε τον ωκεανό διάβασες και ερωτεύτηκες μα ποτέ δεν έμαθες!
Μην τα βάζεις μαζί του....

Τρίτη 1 Φεβρουαρίου 2011

Αν το ψάξεις θα σε βρει

Και να τη πάλι η νεράιδα τσαλαβουτάει χαρούμενα στα λασπόνερα της πόλης με το ραβδάκι της παραμάσχαλα για να σου υπενθυμίζει πως η πραγματικότητα σου δεν είναι και τόσο ρεαλιστική.Θα μπορούσα να το πω και τόσο σημαντική αλλά δεν ήθελα να μπερδεψω τις έννοιες.Δηλαδή περισσότερο από όσο είναι.Αφού κινούμαστε στην καθημερινότητα στα όρια της παράνοιας, της τρέλας και της μετριοφροσύνης.Βέβαια της μετριοφροσύνης που δεν είναι μέτρια όμως.Υπερβολική μετριοφροσύνη με σιγουριά και βλέμμα μπάτσου ζητά με μηχανή μεγάλου κυβισμού και γκόμενα 5 κουτιών καλλυντικών σιλικονάτη και μετριόφρονη επιστήμονα, καθοδηγητή, πνευματικού και ελεύθερου μυαλού, παιδαγωγού και υπηρέτη της κοινωνίας, και μόλις φύγει η μηχανή του ζητά ξεφουσκώνεις, αφήνεις την κοιλιά σου να πέσει και φτύνεις προς το μέρος του και ξανακαταπίνεις τον εμετό σου που με ζόρι κράτησες και ψάχνεις τσιγάρο, μα δε μιλάς μη σε κλείσει μέσα και τότε πάει η δικιά σου μετριοφροσύνη...μα πιο πριν πάει η περηφάνια σου και το ευνουχισμένο πνεύμα σου δεν έχει πλέον την αντρίλα να σε εμψυχώσει.Και τότε σκέφτεσαι τη νεράιδα που μεταμορφώνει την πεταλούδα στο κουκούλι της.Δεν φαίνεται η μετριοπάθεια της, όμως υπηρετεί μόνο εσένα με το ανάλογο τίμημα φυσικά-τίποτα δεν είναι τσάμπα στις μέρες μας-να πιστέψεις σε αυτήν.Ένας μετριόφρωνας δεν θα τσαλαβουτούσε στα λασπόνερα της Θεσσαλονίκης, δεν θα σε κοιτούσε στα μάτια, δεν θα σου μιλούσε με φωνή χαμηλή και ομιλία αργή.Είναι γεννημένος για να υπηρετεί και όχι να τον υπηρετούν.Δεν το χει ανάγκη, σε αντίθεση με τους μετριόφρωνες που ευνουχίζουνε το πνεύμα σου κάθε μέρα πιο πολύ μέχρι που χωρίς να το καταλάβεις μένεις χωρίς πνεύμα και τότε φυσικά δεν το ξέρεις, αλλά εσύ ο ίδιος το παρέδωσες.Μα αν δεις τη νεράιδα τότε ξέρεις ότι ακόμα το πνεύμα σου υπάρχει και αν το ψάξεις θα σε βρει.

Τρίτη 11 Ιανουαρίου 2011

Και τώρα τι γίνεται....?

Τι γίνεται όταν έρχεται κάτι καινούριο στη ζωή σου από το πουθενά και δεν ξέρεις πως να το διαχειριστείς....?όχι επειδή δεν ξέρεις τι να πεις ή τι να κάνεις αλλά επειδή είσαι μακριά χωρίς να έχεις άλλη επιλογή...επειδή πρέπει να είσαι σε ένα μέρος όπου είσαι υποχρεωμένος να φοράς στολή και να στέκεσαι κλαρίνο σε κάθε ένα κομπλεξικό που δεν είχε τίποτα άλλο καλύτερο να κάνει απ το να γίνει στρατιωτικός...Αν μη τι άλλο υπάρχει ένα καλό στην όλη υπόθεση , έχεις όλο τον χρόνο να κουβεντιάσεις με τον εαυτό σου και να βελτιωθείς , να βρεις λύσεις σε προβλήματα που δεν μπορούσες να τα λύσεις γιατί απλά δεν είχεις τον χρόνο να σκεφτείς τον τρόπο...!Ο εσωτερικός προβληματισμός όμως θέλει και ρέγουλα γιατί μπορεί να έχεις αντίθετα αποτελέσματα , να γεμίσεις από συναισθήματα που επειδή δεν έχεις τρόπο να τα εκφράσεις μπορεί να σε οδηγήσουν σε δύσκολα μονοπάτια...Στο θέμα μας όμως, πως διαχειρίζεσαι ένα πρόβλημα "καρδιάς" όταν αυτό δημιουργείται στο φινάλε μιας άδειας σου....?Πως μπορείς να διεκδικήσεις από τόση απόσταση κάτι που σε ενδιαφέρει τόσο πολύ....?Πως μπορείς να καταπολεμήσεις την ανάγκη σου να μιλάς για τα συναισθήματά σου στον άνθρωπο που σε ενδιαφέρει και να βλέπεις το βλέμμα του , να καταλαβαίνεις πως νιώθει αυτός για σένα από μόνο και μια του ματιά....?
Θα μου πείτε βέβαια ότι η τεχνολογία έχει προχωρήσει και υπάρχουν τα μέσα για να είσαι σε συνεχή επαφή με το πρόσωπο που σε ενδιαφέρει, ναι και τι γίνεται αν τελικά μέσω της ηλεκτρονικής επικοινωνίας καταλάβεις ότι τα συναισθήματα είναι αμοιβαία....?Πως αντιμετωπίζεις την έλλειψη της παρουσίας του....? Τα ερωτήματα αυτά μάλλον θα απαντηθούν στην πορεία αλλά κάθε πρόταση είναι δεκτή.....

Σάββατο 8 Ιανουαρίου 2011

Έρωτας με την πρώτη όπως πάντα...

Όποιος λέει ότι δεν έχει ερωτευτεί ποτέ του κατά την άποψη μου λέει ψέματα…

Όλοι στη ζωή μας έχουμε ερωτευτεί (εγώ όπως λένε οι φίλοι μου μόνιμα) όχι απαραίτητα κάποιο πρόσωπο αλλά και άψυχα πράγματα. Άλλος είναι ερωτευμένος με το χρήμα , άλλος με τη μηχανή του , άλλος με το αυτοκίνητό του…όλα είναι θέμα ενός απλού κλικ…

Λέω να σας πω μια ιστορία που είναι και το φόρτε μου…

Καλοκαίρι του 2004 ήταν όταν ξεκινούσα προετοιμασία για τη Δευτέρα λυκείου στο φροντιστήριο και αντίκρισα μετά από έξι χρόνια την Μαρία. Η τελευταία εικόνα που είχα απ αυτήν ήταν ενός πολύ όμορφου και αθόρυβου κοριτσιού όπως ήταν δηλαδή στην έκτη δημοτικού. Τίποτα δεν προμήνυε όσα θα επακολουθούσαν…

Την έβλεπα καθημερινά στο λεωφορείο, εκείνη καθόταν πίσω πίσω όρθια ενώ εγώ πάντα μπροστά στις μονές θέσεις καθιστός «μην μου πέσει και ο κώλος βλέπετε που με τόσο αγώνα έχω φτιάξει»…

Την κοιτούσα αλλά επειδή δεν ήμουν σίγουρος αν ήταν όντως αυτή δεν τολμούσα να της μιλήσω. Περνούσε ο καιρός και η ανάγκη μου να της μιλήσω γινότανε ολοένα και μεγαλύτερη…τι σου είναι όμως η πόρνη η τύχη , πάνω που αποφάσισα ότι την επόμενη φορά που θα την έβλεπα θα της μιλούσα , έσπασε ο διάολος το ποδάρι του και δεν εμφανίστηκε. Από εκείνη την μέρα την έχασα μέχρι την 26 έκτη Νοεμβρίου του ίδιου χρόνου που φάνηκε ότι θα μου γυρίσει η τύχη «γιατί όπως λένε θα γυρίσει ο τροχός θα γαμήσει και ο χοντρός»…

Εκείνη την μέρα είχα να πάω σε ένα πάρτι ενός φίλου. Κατά τις δέκα άρχισα να ετοιμάζομαι, έγινα σας λέω γαμπρός ο κερατάς με τα μαύρα μου ρούχα γιατί ως γνωστόν το μαύρο κόβει κιλά στο μάτι… Έφτασα κατά τις 11.30 τελευταίος ως συνήθως για να κάνω και εντύπωση…με το που μπήκα στο σπίτι το μάτι μου έπεσε πάνω της. Τότε σιγουρεύτηκα ότι το κορίτσι του λεωφορείου ήταν η Μαρία. Την άφησα τελευταία να την χαιρετήσω γιατί είχα μπανήσει και την άδεια θέση στον καναπέ δίπλα της…Αφού την χαιρέτησα πιάσαμε την κουβέντα , εγώ μίλαγα πιο πολύ ως συνήθως αλλά λέμε τώρα , όσο όμως μιλούσαμε κατάλαβα ότι είχα αρχίσει και την καψουρευόμουν άσχημα αλλά που να το δείξω ο χέστης. Κάποια στιγμή της ζήτησα να χορέψουμε , μόνο μπλουζ φυσικά μπορώ να χορέψω γιατί αν χόρευε άλλα τραγούδια αυτό το κορμί θα ήταν σκέτη κωμωδία. Η ώρα έχει πάει τρεις και μου λέει ότι πρέπει να φύγει. Ο χαζός εγώ ούτε τηλέφωνο δεν είχα πάρει και ούτε που προσφέρθηκα να την πάω σπίτι…

Τι να κάνουμε όμως οι βλακείες πληρώνονται, την έχασα πάλι μέχρι τον Ιούλιο του 2005…

Ιούλιος 2005 και τυχαίνει να είμαι για καφέ με μια παρέα που μέσα σε αυτήν ήταν και η Μαρία… Είδε και αποείδε η κοπέλα και αποφάσισε εκείνη να δείξει το ενδιαφέρον της για μένα γιατί είχε καταλάβει ότι ήμουν ολίγον τι χαλβάς εγώ…πάλι καλά το πήρα χαμπάρι , επιτέλους της ζήτησα το κινητό της και κανονίσαμε μετά από τρεις ημέρες να έκανε το τραπέζι σπίτι της σε εμένα και ένα φιλικό ζευγάρι…

Και πάλι όμως η χαρά μου δεν κράτησε για πολύ γιατί μόλις γύρισα σπίτι ο πατέρας μου μου ανακοίνωσε πως την επόμενη μέρα θα φεύγαμε στο χωριό για διακοπές. Προσπάθησα να αλλάξω την ημερομηνία αναχώρησης αλλά δυστυχώς δεν τα κατάφερα. Τι να κάνω και γω ο άτυχος της τηλεφώνησα και την ενημέρωσα ότι δεν θα κατάφερνα να πάω στο δείπνο γιατί θα έφευγα.

Ξενέρα ο δικός σας δεν μπορείτε να φανταστείτε… Να όμως που μου βγήκε σε καλό γιατί το βράδυ μετά το δείπνο μου τηλεφώνησε ένα φιλαράκι μου που ήταν εκεί και μου είπε πως η Μαρία είχε ομολογήσει πως με γούσταρε… Τρελάθηκα σας λέω , αρρώστησα να το ξέρω και να μην μπορώ να κάνω κάτι… Τελικά το καλοκαίρι πέρασε και ήρθε ο Σεπτέμβριος. Στις 14 Σεπτέμβρη είχα κανονίσει να βρεθούμε…ντύθηκα στολίστηκα και πήγα και την πήρα απ το σπίτι. Τελικά καταλήξαμε στην πειραϊκή στα βράχια , επί τρεις ώρες που ήμασταν εκεί δεν μπόρεσα να την κοιτάξω ούτε μια στιγμή. Την γύρισα σπίτι της είπα καληνύχτα και δεν έκανα τίποτα…κατάλαβα ότι χαλάστηκε και της ζήτησα να ξαναβγούμε μετά από δύο μέρες στο ίδιο μέρος .

16 Σεπτεμβρίου 2005 και είμαι και πάλι με την Μαρία… χωρίς να χάσω και πολύ χρόνο φέρνω την κουβέντα στα μέτρα μου και μετά από λίγη ώρα βρεθήκαμε ξαπλωμένοι σε ένα βράχο να χαμουρευόμαστε… Κάπως έτσι όλα ξεκίνησαν. Ήξερα ότι ήταν κολλημένη με ένα παιδικό της έρωτα αλλά δεν έδωσα σημασία μέχρι που μετά από περίπου 3 μήνες ωραίας και έντονης σχέσης την είδα να κλαίει.. Την ρώτησα γιατί έκλαιγε και μου απαντούσε «τίποτα»… Κάποια στιγμή την ρώτησα αν είδε τον Ορέστη , ΣΟΚ η Μαρία. Με ρώτησε πως και ξέρω γι αυτόν αλλά μάλλον δεν με ήξερε καλά γιατί δεν θα έπρεπε να το ρωτάει αυτό. Τέλος πάντων μου είπε πως τον είδε και πως ένοιωσε κάτι δυνατό όταν τον είδε… Δεν είχα κάτι να σκεφτώ και της είπα να μη σκεφτεί εμένα και να κυνηγήσει τον έρωτα της ζωής της… έκλαψε λίγο είπε τα κλασσικά δεν θέλω να σε χάσω και τέτοια και γύρισε σε αυτόν…

Εγώ όμως υπέφερα γιατί την αγαπούσα πραγματικά , κάθε φορά που την έβλεπα μου έδινε να καταλάβω πως ήθελε να είμαστε μαζί μα ποτέ δεν έγινε αυτό. Αποτέλεσμα αυτού του μεγάλου μου έρωτα ήταν να μην περάσω στη σχολή που ήθελα και να είμαι κολλημένος μαζί της για περίπου δύο χρόνια ακόμα…Είχε όμως και ένα καλό αυτή η υπόθεση, μου έβαλε μυαλό και μου έδωσε ένα μάθημα για τη συνέχεια.

Όπως και να έχει όμως εγώ δεν θα σταματήσω να ερωτεύομαι και ας την πατάω κάποιες φορές γιατί ο έρωτας είναι ζωή , είναι μια πανδαισία των αισθήσεων που όποιος δεν το έχει ζήσει είναι πολύ άτυχος…Θα συνεχίσω να κάνω τα δικά μου , όταν θα είμαι ερωτευμένος θα λέω στους φίλους μου «ΜΑΛΑΚΕΣ ΕΡΩΤΕΥΤΙΚΑ» και ας γελάνε μαζί μου επειδή θα το έχουν ξανακούσει ένα σωρό φορές… αυτό άλλωστε θα το καταλάβετε και στις επόμενες ιστορίες μου…Συμβουλή μου ερωτευτείτε όσο μπορείτε αλλά αν βρείτε την κατάλληλη ή τον κατάλληλο «ΑΛΤ ΚΛΑΡΙ-ΝΟ» δεν είναι εποχές για μαλακίες γιατί οι καλές κοπέλες και τα καλά παιδιά σπανίζουν στην εποχή μας…

Αυτή την πραγματική ιστορία την αφιερώνω στον εξ αποστάσεως φίλο μου και θαυμαστή των ιστοριών μου Βασίλη…!

Τετάρτη 5 Ιανουαρίου 2011

Καλώς μας ήρθες πάλι!

Γιατί γιορτάζετε για κάτι νέο;Ακόμα μια χρονιά ήρθε σαν όλες τις άλλες που κάθε χρόνο έρχονται.Με όλες τις χαρές, τις λύπες, τα κλάματα, τα γέλια, τις στιγμές που μας ανατρίχιασαν, που μας τσάντισαν, που δεν αντέξαμε, που μας έκοψαν την ανασα, τα ηλιοβασιλέματα, την καλοκαιρινή ζεστή βροχή, την αγκαλιά σου, όσα μας έλειψαν και όσα θα ρθουν και αυτά που ποτε δεν ήρθαν αλλά θα τα προσμένουμε για ακόμη μία χρονιά,ελπίδες περσινών χρόνων, ελπίδες νέων, ανυπομονησία και υπόσχεση και αναβολή και ακόμη μία χρονιά...Καλό συγκλονηστικό μας ακόμα ένα έτος.Αυτά που θα ζήσουμε ειναι παλιά αλλά ποιος δεν θέλει να τα ζήσει πάλι;Και αφού τα αντέξαμε και τις άλλες χρονιές μπορούμε και αυτήν.Καλώς μας ήρθες πάλι!